ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗαγορά, ένα ενιαίο νόμισμα, μια κοινή Κεντρική Τράπεζααλλά δεκαέξι διαφορετικές οικονομίες. Επρεπε να ξεσπάσει η κρίση για να γίνει αντιληπτό πόσο επικίνδυνη και απειλητική είναι η ευρωπαϊκή οικονομική Βαβέλ. Απειλητική για το μεγαλύτερο επίτευγμα του ευρωπαϊκού οικονομικού οικοδομήματος, που είναι βεβαίως το ευρώ. Μια ματιά στους πίνακες με τα «θεμελιώδη» οικονομικά στοιχεία των 16 κρατών-μελών της ευρωζώνης
δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες:οι διαφορές είναι ιλιγγιώδεις και σε ό,τι αφορά τις οικονομίες που μετέχουν στο ευρώ και σε ό,τι αφορά τα ευρώ που έχουν στην τσέπη τους οι κάτοικοι της ευρωζώνης. Το όραμα της σύγκλισης, που εξαρχής αποτέλεσε πρωταρχικό στόχο της ΟΝΕ,φαντάζει πολύ μακρινό.Εκτός κι αν το ρίξουμε στον φεντεραλισμό.Εστω και μόνο τον φορολογικό,όπως φαίνεται στο ένθετο παράθεμα.
Δώδεκα χρόνια μετά τη λογιστική κυκλοφορία του κοινού νομίσματος, οι αποκλίσεις των ευρωπαϊκών κρατών είναι τεράστιες και οι συντονισμένες παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφορούν μόνο την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Για κοινή οικονομική ή αναπτυξιακή πολιτική (για συντονισμένη αυξομείωση των δημοσίων δαπανών, ας πούμε), η ευρωπαϊκή νομοθεσία ανοίγει ένα παράθυρο στις χώρες που έχουν πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Εσχάτως βέβαια η φράση «πλεονασματικός προϋπολογισμός» ακούγεται σαν σύντομο ανέκδοτο.
Τόνους μελανιού κατανάλωσε ο ευρωπαϊκός Τύπος τις τελευταίες εβδομάδες για να περιγράψει και να αναλύσει το αποκληθέν «ελληνικό πρόβλημα». Είναι γνωστό όμως ότι οι ελληνικές δημοσιονομικές αυτοκαταργήσεις δεν αποτελούν παρά μόνο την αφορμή για τη λυσσαλέα επίθεση της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας κατά των ελληνικών ομολόγων και κυρίως κατά του ευρώ. Αιτία ήταν η άσκηση της επενδυτικής δραστηριότητας- κερδοσκοπικής βεβαίως, διότι σκοπός κάθε επένδυσης είναι το κέρδος και όχι η διάσωση της Carreta-carreta. Και, ως γνωστόν, η αβεβαιότητα και η αναταραχή «θρέφουν» τις αγορές και τους επενδυτές. Η ασφάλεια και η ομαλότητα τους «σκοτώνουν».
Η επίθεση των κερδοσκόπων
Συνωμοσιολογικές ερμηνείες της επίθεσης κατά του ευρώ υπάρχουν βεβαίως πολλές. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση μάλλον καταρρίπτονται, αν σκεφθεί κανείς ότι το αποτέλεσμα της «επίθεσης των κερδοσκόπων» ευνοεί τις χώρες-«θηράματα» Γερμανία και Γαλλία, αφού η εξασθένηση του ευρώ ευνοεί τις εξαγωγές τους.
Οι σκέψεις περί ξένων κέντρων που απεργάζονται την «αποδυνάμωση μέχρις ισοπεδώσεως» του ευρώ είναι μάλλον γραφικές. Αν λοιπόν σκεφθεί κανείς ότι προβλήματα σε μια ομάδα ή σε έναν όμιλο δημιουργεί κάποιος που ξεφεύγει απ΄ αυτόν, το πρόβλημα δεν το έχει η Ελλάδα. Διότι εκείνη που ξέφυγε είναι η Γερμανία.
Τον Μάιο του 2008- προτού δηλαδή η κρίση πλήξει ουσιαστικά τις ευρωπαϊκές οικονομίες- ο συντάκτης του «Μonde» Αρνό Λεπαρμαντιέ βάλθηκε να διερευνήσει ποιος αρμένιζε στραβά: η Γερμανία ή οι εταίροι της. Ανέφερε την άποψη του οικονομολόγου του γαλλικού Παρατηρητηρίου των Οικονομικών Συγκυριών (ΟFCΕ) Ζερόμ Κρελ που κατηγόρησε τη Γερμανία ότι «έχοντας παίξει το χαρτί του ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού, τώρα δρέπει τους καρπούς μιας στρατηγικής που ανέπτυξε εις βάρος των εταίρων της». Πρόκειται για άποψη η οποία στηρίζεται στη λογική της ομάδας που περιγράψαμε: φταίει όποιος ξεφεύγει. Και η γερμανική «παρέκκλιση» φαίνεται και από το ότι η εκπληκτική ανατίμηση του ευρώ κατά 70% την τελευταία δεκαετία ουδόλως επηρέασε τις γερμανικές εξαγωγές! Ο Λεπαρμαντιέ είναι πιο πραγματιστής και σημειώνει: «Αντί να φροντίσουν να βελτιώσουν τα μακροοικονομικά των χωρών τους, οι ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών ασχολούνται κυρίως με την ολοένα διευρυνόμενη διαφορά ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας. Το Βερολίνο δρέπει τους καρπούς μιας δεκαετίας συγκράτησης των μισθών, ενώ οι χώρες του Νότου, αφού εκμεταλλεύτηκαν την πτώση των επιτοκίων του ευρώ για να υπερδανειστούν και να υπερκαταναλώσουν, πληρώνουν τώρα την απώλεια της ανταγωνιστικότητάς τους».
Φτωχότεροι, αλλά σε πτώχευση
Πέρα από το ερώτημα αν είναι οι Γερμανοί που αρμενίζουν στραβά ή αν είναι στραβός ο γιαλός (δηλαδή οι άλλοι), η σημερινή κρίση έχει αναδείξει τις εγγενείς παθογένειες και τις αδυναμίες σχεδιασμού του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και αυτές βεβαίως απορρέουν από την απουσία βούλησης για ουσιαστική οικονομική και πολιτική ενοποίηση.
Που, σημειωτέον, δεν είναι απαραίτητο να φθάσει ως τον φεντεραλισμό- λέξη που εξακολουθεί να σοκάρει πολλά βιλαέτια, από πολιτικά και οικονομικά ως ιδεολογικά και θρησκευτικά. Βούληση θα υπήρχε αν κατάφερναν οι υπουργοί Οικονομικών να αντισταθμίσουν την καταστρεπτικά χαλαρή νομισματική πολιτική που άσκησε τα τελευταία χρόνια η ΕΚΤ για τις χώρες με υψηλό πληθωρισμό, όπως ήταν η Ισπανία και η Ιρλανδία.
«Προσπαθήσαμε να τις πείσουμε να αυξήσουν τη φορολόγηση των ακινήτων, αλλά εις μάτην» αποκάλυψε στον «Μonde» «κάποιος που συμμετέχει στις τακτικές και έκτακτες συνεδριάσεις του Εco/Fin». Το πρόβλημα της σύγκλισης σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα λύνεται με δύο τρόπους: είτε με πελώριες αυξήσεις των μισθών των Γερμανών είτε με μείωση των μισθών των υπερτιμημένων και ανταγωνιστικώς υστερούντων εταίρων (Ισπανών, Ιρλανδών, Πορτογάλων και βεβαίως ημών των Ελλήνων). Οι επενδύσεις στην τεχνολογία και στη γνώση και η ευελιξία της αγοράς εργασίας δεν αρκούν, όπως έδειξε το ιρλανδικό παράδειγμα.
Η Μέρκελ, όμως, δεν θέλει να τινάξει τον πληθωρισμό της Γερμανίας στα ύψη και την ανταγωνιστικότητά της στον αέρα. Και επειδή εμείς οι υπόλοιποι δεν μπορούμε ούτε να πτωχεύσουμε, θα πρέπει αναγκαστικά να φτωχύνουμε.
Φορολογικός φεντεραλισμός!
ΜΙΑ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗιδέα φορολογικής σύγκλισης στην ευρωζώνη διατύπωσαν σε μελέτη που δημοσίευσαν στις 2 Φεβρουαρίου οι Σιλβέν Μπρουαγέ και Κοστά Μπρινέρ της γαλλικής χρηματιστηριακής εταιρείας Νatixis. Οι δύο οικονομολόγοι μετέφεραν σε επίπεδο ευρωζώνης το φορολογικό σύστημα της Γερμανίας, όπου τα ποσοστά της άμεσης φορολόγησης εξαρτώνται από την οικονομική ευρωστία του κάθε κρατιδίου και των κατοίκων του (από την αγοραστική δύναμή τους συγκεκριμένα).
Ετσι, ο μέσος όρος του φόρου εισοδήματος που πρέπει να πληρώνει ο κάτοικος της ευρωζώνης είναι 7.145 ευρώ ετησίως. Λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθυσμό της κάθε χώρας, οι Μπρουαγέ και Μπρινέρ απεφάνθησαν ότι οι κάτοικοι του Λουξεμβούργου θα πρέπει να πληρώνουν 13.000 ευρώ (κατά κεφαλήν, συνυπολογίζονται δηλαδή και οι μαθητές σχολείου). Οι Φινλανδοί θα επιβαρυνθούν με 3.500 ευρώ κατά κεφαλήν, οι Γάλλοι με 940 ευρώ, οι Ιταλοί με 310 ευρώ, ενώ οι Γερμανοί μόλις με 100 ευρώ, καθώς «τα ανατολικά κρατίδια είναι ακόμη πολύ φτωχά» .
Οι κάτοικοι επτά χωρών όχι μόνο δεν θα πληρώνουν φόρους, αλλά θα εισπράττουν: 5.130 ευρώ ετησίως οι Σλοβάκοι, 3.300 ευρώ οι Μαλτέζοι και οι Πορτογάλοι, κάτι λιγότεροι από 3.000 ευρώ οι Ελληνες και οι Σλοβένοι, 2.100 ευρώ οι Ισπανοί και 341 ευρώ οι Κύπριοι. Εξυπακούεται ότι τα ποσά πολλαπλασιαζόμενα με τον πληθυσμό της κάθε χώρας θα εισρέουν στον προϋπολογισμό τους. Ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου , δηλαδή, θα εισέπραττε 33 δισεκατομμυριάκια ευρώ ετησίως! Δηλαδή, χωρίς να μειώσει ούτε κατά ένα ευρώ τις δαπάνες, θα μηδένιζε το έλλειμμα μέσα σε μόλις έναν χρόνο!