Ας το εγκαινιάσω λοιπόν.
Μια φορά κι ένα καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, όταν ήμουν μικρότερος, εξαιρετικός αθλητής του υγρού στίβου με παγκόσμιες διακρίσεις και τόσα μετάλλια που δεν χωράνε πουθενά (εντάξει αυτό είναι ψιλοϋπερβολή

) είπα να δοκιμάσω και το άθλημα της τεχνικής κολύμβησης. Ξέρετε, το στυλ κολύμβησης με τον αναπνευστήρα και το μονοπέδιλο και τα χέρια τεντωμένα μπροστά πάνω από το κεφάλι.
Σε αυτό το άθλημα, και για να αυξηθεί η αναπνευστική μας αντοχή, κάναμε ασκήσεις άπνοιας.
Βουτούσαμε μέχρι τον πυθμένα της πισίνας, κρατιόμασταν από τις σχάρες ή με βαρίδια, περνούσε το απαραίτητο χρονικό διάστημα, και μετά ο προπονητής χτυπούσε με ένα κλειδί τη μεταλλική σκάλα στην υπερχείλιση της πισίνας και βγαίναμε έξω για αναπνοή και μετά πάλι τα ίδια.
Μια φορά λοιπόν, ενώ είχαν προηγηθεί μερικές τέτοιες άπνοιες, έπρεπε να μείνουμε κάτω από το νερό όσο μπορέσουμε.
Ε, εγώ η τελευταία ένδειξη που είδα στο ρολόι ήταν 4'-20" γιατί το επόμενο πράγμα που θυμάμαι ήταν η αίσθηση των μαλάξεων στο στήθος και κάποιον να μου φυσάει αέρα μέσα στο στόμα.
Η γνωμάτευση: Υποξεία.
Για καλή μου τύχη την τεχνική αναπνοή μού την έκανε η Τσέχα προπονήτρια

της γυναικείας ομάδας συγχρονισμένης κολύμβησης (είχαν προπόνηση αμέσως μετά) και όχι ο μουστάκιας προπονητής μου.

Μερικούς μήνες μετά το συμβάν, σε μια παραλία της Καβάλας έκανα 5:10 και τέλος. Από τότε, δεν έχω ασχοληθεί ξανά με το σπορ.
Πολύ θα το ήθελα όμως. Ίδωμεν.