Αλλο σαρκασμος κι αλλο ειρωνια. Κι αλλο κομφορμισμος που λεει κι ο Μπατμαν...
Μεγάλο το θέμα που άνοιξες.
Το πρόβλημα ξεκινάει από το τι ορίζει κανείς ως ειρωνεία. Νομίζω όμως ότι μπορούμε να τη διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες: Ειρωνεία του λόγου και ειρωνεία των καταστάσεων. Οι οποίες με τη σειρά τους μπορούν να διακριθούν σε άλλες τέσσερις βασικές κατηγορίες:
Τραγική ειρωνεία: Το γνωστό σε όλους μας παράδειγμα του Οιδίποδα Τύραννου, ο οποίος καταριέται τον φονιά του βασιλιά Λάιου, χωρίς να ξέρει ότι οι κατάρες επιστρέφουν στον εαυτό του (ειρωνεία των καταστάσεων και, συγχρόνως, τραγική)
Ειρωνεία της τύχης/μοίρας (όπως την αντιλαμβάνεται όποιος πιστεύει στη μοίρα, αφού τα προμηνύματα και τα θελήματά της δεν είναι εξίσου ξεκάθαρα σε όλους): «Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι, ακριβώς δυο μέρες πριν μου κλέψουν το αυτοκίνητο, μου χάλασε ο συναγερμός!» (ειρωνεία των καταστάσεων)
Κωμική ειρωνεία: «Γιατί βρίζεις, νεαρέ; Αυτά σου μαθαίνουν στο σχολείο; Συγχαρητήρια! Πολύ εγκόσμια η γλώσσα σου!» (ειρωνεία των καταστάσεων και, συγχρόνως, κωμική: το κωμικό στοιχείο το αντιλαμβάνεται είτε ο ίδιος ο νεαρός, εφόσον το γλωσσικό του επίπεδο το επιτρέπει, είτε κάποιος τρίτος που ακούει τον επίδοξο γλωσσαμύντορα να πέφτει στο γλωσσικό ολίσθημα.)
Δηκτική ειρωνεία: Βαθιά θρησκευόμενος διηγείται πως είδε το εικόνισμα της Παναγίας να δακρύζει. Και ο είρωνας, προσποιούμενος έκπληξη και θαυμασμό: «Τι μου λες; Τελικά, αργά ή γρήγορα, η πραγματική πίστη πάντα ανταμείβεται…» (ειρωνεία του λόγου: για τον είρωνα, η πραγματική πίστη δεν είναι άλλο από την τυφλή/δογματική πίστη και η ανταμοιβή, απλώς απάτη)
Σε όλα τα πιο πάνω παραδείγματα, η κοινή συνισταμένη είναι ότι το θύμα της ειρωνείας βρίσκεται σε μακάρια άγνοια: αγνοεί την αντίφαση ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε αυτό που φαίνεται.
Στο παράδειγμα της δηκτικής ειρωνείας, της μόνης δηλαδή περίπτωσης όπου ασκείται ένα είδος μομφής, αυτή είναι υπαινικτική, σε βαθμό που το θύμα της δεν την αντιλαμβάνεται καθόλου ή, απλώς, την υποψιάζεται.
Ο σαρκασμός, αντίθετα, είναι πάντα επικριτικός και κατηγορηματικός, χωρίς λανθάνουσες αποχρώσεις, συνήθως χαιρέκακος και χλευαστικός (και ενίοτε απαραίτητος προκειμένου να επαναφέρουμε κάποιον στην πραγματικότητα ). Η γνώμη μου είναι ότι, απλώς, μοιάζει με τη δηκτική ειρωνεία, εμπεριέχοντας ενίοτε κωμικά στοιχεία (εξαρτάται από την αίσθηση του χιούμορ που διαθέτει ο σαρκαστής).
Στην περίπτωση του βαθιά θρησκευόμενου που είδε το θαύμα του δακρυσμένου εικονίσματος, ένας σαρκαστής με κάποια αίσθηση του χιούμορ, θα απαντούσε: «Τι λες, ρε κακομοίρη; Κάτι κορόιδα σαν κι εσένα βλέπουν οι παπάδες και σου σερβίρουν της Παναγιάς τα μάτια μες στον άγιο δίσκο!»
Νομίζω ότι σε καμία από τις υπόλοιπες κατηγορίες δεν θα μπορούσαμε να έχουμε την αντίστοιχη απάντηση του σαρκαστή. Δεν υπάρχει κωμικός ούτε τραγικός σαρκασμός, ούτε σαρκασμός της μοίρας (το πολύ αν μας πηγαίνουν όλα στραβά, να πούμε ότι μας κάνει πλάκα ο θεός ή μας έχει μουντζώσει η μοίρα). Δεν υπάρχει δηλαδή σαρκασμός των καταστάσεων.
Τώρα το κατά πόσο η δεικτική ειρωνεία αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, πιστεύω ότι εξαρτάται από την προσωπική αίσθηση της ειρωνείας και του χιούμορ που διαθέτει ο καθένας μας. Κατά κανόνα, ο βαθμός ευθιξίας μας εξαρτάται από το βαθμό ταύτισής μας με τον θύτη ή το θύμα της ειρωνείας.
Στα ζεύγη λέξεων: όσο και να το παιδεύω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όποια λέξη μπορεί να συνοδευτεί από το επίθετο «σαρκαστικός», μπορεί και από το «ειρωνικός», αλλά όχι το αντίστροφο, έχοντας βεβαίως υπόψη τη σημαντική υφολογική διαφορά ανάμεσά τους:
λόγος, σχόλιο, χαμόγελο, γέλιο, βλέμμα, ματιά, χιούμορ…
μειδίαμα;