Προορισμός: Αμύντα 4.
Κατέβηκα τη Βασιλέως Κωνσταντίνου με τα χέρια στις τσέπες και το ημίπαλτο κουμπωμένο ως πάνω. Ρούφηξα όσο μπορούσα από τον κρύο αέρα του απογεύματος και μπήκα στο Μαγεμένο Αυλό. Κόκκινο χρώμα στους τοίχους. Τραπεζάκια και καρέκλες από μια άλλη δεκαετία.
"Στο τέρμα, αριστερά" μου υπέδειξε αμέσως ένας ασπρομάλλης κύριος πίσω από έναν ξύλινο πάγκο, χωρίς να προλάβω να ψελλίσω ούτε λέξη. Ε, πήγα και γω τέρμα αριστερά.
Ο πρώτος που είδα ήταν ο Άρης. Μοίραζε ρολόγια από δω κι από κει σε ημιφρενήρη κατάσταση, ξαναμμένος, σχεδόν σε αγωνία. Στο μέτωπό του λαμπύριζαν μερικές σκόρπιες σταγόνες ιδρώτα. Χαμόγελο.
Μετά ο Νίκος με μια φωτογραφική μηχανή να κρέμεται στο λαιμό του. Το τοπίο άρχισε σιγά σιγά να ολοκληρώνεται, με πρόσωπα γνώριμα αλλά και άγνωστα.
Μέσα στην οχλοβοή μία φωνή ξεχώριζε άνετα, καθαρή, αληθινή και μπριόζα. Προερχόταν από τον κονάκη, τον "άνθρωπο-φρύδι", από τον οποίο στην αναμέτρηση για το πιο παχύ φρύδι θα έχανα κατά κράτος.
Μετά, ο Θοδωρής, ο Γιώργος, ο Ιωάννης, ο Κώστας, ο οποίος προς στιγμήν νόμιζε ότι είχε επιλέξει το ωραιότερο λουράκι αλλά η χαρά του έμελλε να διαρκέσει λίγο, μέχρι να ανοίγω το δικό μου κουτί. Γέλια.
Ο Νίκος ο nilaz, ο Αργύρης, ο Ηλίας, το νέο μας μέλος Γιώργος, ο Βασίλης, ο άλλος Νίκος, ο Πέτρος, ο Λάζαρος. Κατέφθασε κι ο άλλος Βασίλης μέσα στον πανικό και την έξαψη. Έλειπε φυσικά ο Στέφανος κι ο Jim Μαυρόπουλος. Το κενό της απουσίας τους δεν αναπληρώθηκε, παρά μόνο μετριάστηκε από την καλή παρέα.
Στον τοίχο πίσω μας δέσποζε ένας πίνακας με τον Χατζηδάκι, τον Γκάτσο και μερικούς άλλους που είχαν περάσει από το συγκεκριμένο μαγαζί. Έτσι εξηγείτο και το ρετρό ύφος της "άλλης" δεκαετίας.
Την επόμενη φορά που κοίταξα το ρολόι μου, μάρκας Steinhart Nav. B-Griechisch Uhr 25 ρουμπίνια, η ώρα ήταν δέκα και τέταρτο. Πουλάκι έγινε ο αλήτης ο χρόνος και πέταξε μακριά και γρήγορα. Αποχώρησις.
Ανθρώπους θερμούς πάντοτε χαίρεται κανείς να συναντά.
Να είστε όλοι καλά.