Χάζευα το ασημοπορτοκαλί ρολόϊ μου...
Και αυτή την ασπροκοκκινοκιτρινόμαυρη Ferrari
λεπτομέρεια η [leptoméria] Ο27 : ένα μικρό, μεμονωμένο μέρος ενός μεγαλύτερου όλου, ένα μεμονωμένο τμήμα μιας ευρύτερης ενότητας: Ενδιαφέρουσα / σημαντική / ασήμαντη ~. Tο σχέδιο προετοιμάστηκε ως την τελευταία ~. H φωτογραφία ήταν τραβηγμένη από μακριά και δε διακρίνονται οι λεπτομέρειες. Θυμάμαι όλες τις λεπτομέρειες του περιστατικού. || Γνωρίζω / περιγράφω / εξηγώ / διηγούμαι κτ. με κάθε ~ / σ΄ όλες του τις λεπτομέρειες, πλήρως, διεξοδικά. (έκφρ.) υπεισέρχομαι* σε λεπτομέρειες. || δευτερεύον, επουσιώδες στοιχείο: Mπαίνω / κολλάω / χάνομαι σε λεπτομέρειες. Aσχολούμαι με την ουσία κι όχι με τη ~.
[λόγ. < ελνστ. λεπτομέρεια]